About Me

About Me

Το 1984, ο Κώστας Κακανιάρης αφήνει το πανεπιστήμιο για να ασχοληθεί αποκλειστικά με τη βαφή και την επισκευή των μουσικών οργάνων.
Είκοσι πέντε χρόνια μετά, και περίπου επτά χιλιάδες όργανα αργότερα, κατασκευάζει τις κιθάρες JOKER, υλοποιώντας ένα όνειρο ζωής. Μέσα σ’ αυτή την πολύχρονη ενασχόληση, είχε την ευκαιρία να δεί αξιόλογα όργανα, να τα παρατηρήσει και να τα μελετήσει, να συναντήσει σπουδαίους μουσικούς και να ακούσει τις απόψεις τους για το ζητούμενο ήχο και τέλος να συνεργαστεί στον τομέα της βαφής με τους καλύτερους κατασκευαστές μουσικών οργάνων της εποχής του. Οι κιθάρες JOKER είναι το απόσταγμα όλης αυτής της πλούσιας εμπειρίας, πολύ περισσότερο της αγάπης του για τα παλαιά όργανα και τον vintage ήχο.

About Me

In 1984‭ ‬Costas Kakaniaris leaves University in order to deal exclusively with‭ ‬finishing and‭ ‬repairing of musical instruments‭.‬ Twenty five years and about seven thousand instruments later‭, ‬he designs and builds the JOKER guitars‭.‬The dream of a life comes true‭!‬ During all this years of occupation in this area‭, ‬he had the chance to see remarkable instruments‭, ‬to observe and study them and also to meet great musicians and hear their opinions about the sound they seek‭.‬He has also cooperated with the best builders of musical instuments of his time‭, ‬regarding the finishing‭.‬ The JOKER guitars are the‭ “‬extract‭” ‬of his rich experience and much more of‭ ‬his love for vintage instruments and vintage sound‭.‬

Personal Inter-View

Είκοσι πέντε χρόνια μετά, και περίπου επτά χιλιάδες όργανα αργότερα, κατασκευάζει τις κιθάρες JOKER, υλοποιώντας ένα όνειρο ζωής. Μέσα σ’ αυτή την πολύχρονη ενασχόληση, είχε την ευκαιρία να δεί αξιόλογα όργανα, να τα παρατηρήσει και να τα μελετήσει, να συναντήσει σπουδαίους μουσικούς και να ακούσει τις απόψεις τους για το ζητούμενο ήχο και τέλος να συνεργαστεί στον τομέα της βαφής με τους καλύτερους κατασκευαστές μουσικών οργάνων της εποχής του. Οι κιθάρες JOKER είναι το απόσταγμα όλης αυτής της πλούσιας εμπειρίας, πολύ περισσότερο της αγάπης του για τα παλαιά όργανα και τον vintage ήχο.

1. Πως ξεκινήσατε να ασχολείστε με τα μουσικά όργανα; (μάθατε από κάποιον την τέχνη;)
Κ.Κ: Ήμουν φοιτητής στη Γεωπονική σχολή Αθηνών όπου συνάντησα τον Peter Πλατή, έπαιζε κι αυτός κιθάρα και φτιάξαμε συγκρότημα. Αργότερα αυτός παράτησε τη σχολή κι έπιασε δουλειά σαν πωλητής στον Βαγγέλη τον Καγμάκη. Ο Βαγγέλης είχε ξεκινήσει να φτιάχνει κάτι ηλεκτρικές κιθάρες και είχε πρόβλημα με το φινίρισμα. Ο Peter γνωρίζοντας ότι έχω μια προϋπηρεσία στο αντικείμενο, (ο πατέρας μου είχε συνεργείο αυτοκινήτων και από μικρός δούλευα τα καλοκαίρια βοηθός στο βαφείο) μ’ έφερε σ’ επαφή με το Βαγγέλη, κι έτσι ξεκίνησα. Κόλλησα αμέσως με το αντικείμενο και γρήγορα το είδα σαν μια εναλλακτική για βιοπορισμό, γιατί η Γεωπονική δεν μου άρεσε έτσι κι αλλιώς. Μιλάμε για το 1984 και μετά, εποχή που δεν υπήρχε το internet με τα site οργανοποιών, εργοστασιακά factory tours και το youtube που στην κυριολεξία σπέρνουν την πληροφορία. Τότε το ερώτημα παρέμενε ερώτημα επί μακρόν και για να το απαντήσεις έπρεπε να πάρεις ένα δρόμο (που μπορεί να ήταν και λάθος) όπου θα σ’ έβγαζε σ’ ένα μονοπάτι και αυτό κάπου αλλού και ούτω καθ’ εξής ώσπου μετά από πολύ καιρό και πολύ κόπο να θεωρούσες ότι κάπου έφθασες. Η πληροφορία και η φωτογραφία ήταν σπάνιες και δυσεύρετες. Τα do it yourself βιβλία της εποχής παρέπεμπαν σε υλικά που δεν υπήρχαν στο Ελληνικό εμπόριο και φωτογραφίες σχετικές με το αντικείμενο υπήρχαν μόνο στα τεχνικά άρθρα του περιοδικού Guitar player και του Frets που δεν ερχόταν επισήμως, ευτυχώς ο Βαγγέλης είχε αρκετά τεύχη γιατί τότε ήταν συνδρομητής. Αλλά ακόμα και σε επαγγελματίες της βαφής αν απευθυνόσουν αργά η γρήγορα καταλάβαινες την ανεπάρκεια τους γιατί δείχνοντας τους φωτογραφίες οργάνων η ακόμα και όργανα, σου έλεγαν …δεν ξέρω. …δεν γίνεται…δεν το έχω κάνει ποτέ. Δεν μαθήτευσα λοιπόν πουθενά, απλά κάθε φορά συνέκρινα το αποτέλεσμα με το ζητούμενο που ήταν το επίπεδο του εργοστασιακού φινιρίσματος. Το σημερινό επίπεδο της δουλειάς μου είναι αποτέλεσμα μακράς κι επίπονης προσπάθειας έρευνας και πειραματισμού.

2. Ποιο ήταν το πρώτο ερέθισμα που σας έκανε να ασχοληθείτε με την οργανοποιία;
Κ.Κ: Το 1990 η δουλειά πέρασε μεγάλη κρίση. Σας θυμίζω ότι η μοναδική μου δραστηριότητα ήταν η βαφή ηλεκτρικών οργάνων, είχα ασχοληθεί επίσης για δυο τρία χρόνια και με το πιάνο (πρέπει να έχω βάψει καμμιά εικοσαριά) αλλά σταμάτησα. Πριν το 90 η Fender κυκλοφόρησε τα πρώτα made in Japan όργανα, είχαν μεγάλη διαφορά τιμής απ’ τα Αμερικάνικα κι έγιναν πολύ δημοφιλή. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα μια «απόσυρση» οργάνων που μέχρι τότε υπήρχαν, και την αντικατάστασή τους με καινούργια σε μικρό χρονικό διάστημα. Έτσι λοιπόν η δουλειά συρρικνώθηκε πολύ, πράγμα το οποίο με ανάγκασε να αναζητήσω μεροκάματο αλλού πάλι σαν βαφέας αλλά όχι μουσικά όργανα. Το εργαστήριο το κράτησα βέβαια και μέσα σ’ ένα χρόνο, ήταν το 92, αποφάσισα να δοκιμάσω το χώρο των παραδοσιακών οργάνων, πράγμα που πριν ούτε μου πέρναγε απ’ το μυαλό. Μάλιστα εμείς του χώρου των ηλεκτρικών κιθαρών και του Rock απαξιώναμε μετά βδελυγμίας τα μπουζούκια κι όλο το σινάφι τους. Συστήνομαι λοιπόν και δειγματίζω τη δουλειά μου σ’ ένα κύκλωμα εντελώς διαφορετικό απ’ αυτά που ήξερα μέχρι τότε. Ερχόμουν από μια διαφορετική κουλτούρα φινιρισμάτων που άλλοι δεν ήξεραν καν, άλλοι την είχαν δει σ’ εργοστασιακά όργανα αλλά δεν ήξεραν αν γίνεται και πως. Τους άρεσε πολύ και σύντομα συγκεντρώθηκαν γύρω μου κορυφαίοι κατασκευαστές παραδοσιακών οργάνων. Η δουλειά φούντωσε κι έτσι επέστρεψα στο εργαστήριο full time. Συναντώ λοιπόν σπουδαίους ανθρώπους, μεγάλους μαστόρους χειροτέχνες και εξαιρετικούς μουσικούς. Παράλληλα μαθαίνω να «βλέπω» και να «ακούω». Με τα χρόνια δημιουργούνται φιλίες και ανταλλάζονται απόψεις περί κατασκευής, ήχου, παιξίματος και γενικά περί οργάνων. Συνάμα αποκτώ εμπειρία επισκευάζοντας ακουστικές κυρίως κιθάρες που μου δίνουν καταστήματα που συνεργάζομαι, έχω λοιπόν την ευκαιρία να πιάσω και να επιθεωρήσω όργανα γνωστών εργοστασίων και να βγάλω συμπεράσματα για τη φιλοσοφία κατασκευής του καθ’ ενός. Συγκεντρώνοντας λοιπόν γνώση περί οργανοποιίας έμπαινε το ερώτημα αν θα φτιάξω όργανο πως θα είναι. Την ιδέα της κατασκευής την έχω από παλιά. Το δύσκολο ήταν να βρεθεί ο χρόνος που δεν βρισκόταν κι έτσι το ’λεγα το ξανά ’λεγα, ο καιρός περνούσε κι ήλθε το τώρα η ποτέ και ξεκίνησα. Όσον αφορά το σχεδιασμό και την αισθητική, είμαι κλασσικός, ακολουθώ τα μονοπάτια που χάραξε ο μεγάλος Loyd Loar μουσικός και εφευρέτης που δούλεψε στη Gibson τη δεκαετία του ’20, χωρίς βέβαια να με αφήνουν αδιάφορο και οι παλιές Martin. Είμαι δύσπιστος σε σχεδιαστικές ακροβασίες και μοντέρνα υλικά που χρησιμοποιούν διάφοροι κατασκευαστές, νομίζω ότι δεν έχουν σχέση με τον ήχο που ψάχνω. Ολοκληρώνοντας λοιπόν, η απόφαση να εντάξω στο ήδη φορτωμένο πρόγραμμά μου την κατασκευή δεν έρχεται από ένα απλό ερέθισμα, αλλά είναι η υλοποίηση μιας γνώσης που προέρχεται από αναζήτηση σε μεγάλο βάθος χρόνου.

3. Φτιάχνετε ακουστικά όσο και ηλεκτρικά όργανα; Είναι το ίδιο δύσκολο από κατασκευαστικής άποψης;
Κ.Κ:
 Κατασκευάζω αποκλειστικά ακουστικές κιθάρες, είναι τα όργανα που παίζουν τη μουσική που μου αρέσει, τις έχω μέσα στην ψυχή μου και ανήκουν στη μυθολογία μου. Η κατασκευή των μουσικών οργάνων είναι ένα μοναχικό ας πούμε παιχνίδι στο οποίο αναγκαστικά τοποθετείσαι στη σχέση άνθρωπος –ξύλο-όργανο-ήχος, πράγμα το οποίο θα καθορίσει και την αξία σου σαν μάστορας μετέπειτα. Για μένα η λέξη οργανοποιός η οποία πιστεύω έχει αποδυναμωθεί λόγω εκτεταμένης χρήσης, δεν είναι απλά χαρακτηρισμός ενός επαγγέλματος, αλλά τίτλος και γνωρίζω ελάχιστους που τον φέρουν επάξια. Οι παλαιοί κατασκευαστές όταν ήθελαν να μιλήσουν απαξιωτικά για κάποιο συνάδελφό τους, τον αποκαλούσαν «μαραγκό» έτσι λοιπόν απ’ την ξυλουργική ως την οργανοποιητική τέχνη ο δρόμος είναι μακρύς. Τα ηλεκτρικά όργανα έχουν μια τελείως διαφορετική φιλοσοφία κατασκευής απ’ τα ακουστικά. Είναι πολύ πιο δημοφιλή, τα κρατάνε μεγάλα είδωλα κι έχουν φθάσει στο σημείο να έχουν δημιουργήσει και να χαρακτηρίζουν μουσικά στυλ επίσης είναι φορτωμένα με τρομερούς μύθους απ’ την αρχή της ύπαρξής τους μέχρι σήμερα. Έχω ακούσει απίστευτα πράγματα από σοβαρούς ενήλικες γύρω απ’ την κατασκευή και τον ήχο τους. Κατασκευαστικά δεν με συγκινούν και δεν με προκαλούν καθόλου, αντίθετα με εξιτάρει όταν μου τα φέρνουν για βάψιμο να πετύχω ένα ωραίο see through blonde η ένα sunburst ανάλογης δεκαετίας, να καταφέρω τέλος να δώσω «χαρακτήρα», καθ’ ότι κι έγω ολίγον θύμα της συγκεκριμένης μυθολογίας. Για μένα ο όρος ηλεκτρικό όργανο αποτελείται από δυο λέξεις. Η πρώτη, ηλεκτρικό, είναι καθοριστική. Δεν θεωρώ οργανοποιό κάποιον που δεν έχει δική του πρόταση σε μαγνήτες, προενισχύσεις και ότι άλλο γύρω απ’ τα ηλεκτρικά θα διαμορφώσει προσωπικό ήχο και άποψη, άρα πρόταση στο χώρο. Προσωπικά είμαι άσχετος και νομίζω ότι η έρευνα γύρω απ’ τα ηλεκτρικά των οργάνων εκεί που έχουν φθάσει τα πράγματα σήμερα είναι πολύ δύσκολη για να φθάσεις σε κάτι αξιόλογο. Όσο για το βαθμό δυσκολίας κατασκευής μεταξύ ακουστικών και ηλεκτρικών δεν νομίζω πως συγκρίνονται, όχι πως τα ηλεκτρικά δεν έχουν δυσκολίες, πάντα τα καλά αποτελέσματα δεν έρχονται στην τύχη, απλά με τα ακουστικά είσαι εσύ, πέντε φλούδες ξύλο και οι χορδές. Αυτά έχεις να διαχειριστείς και με αυτά πορεύεσαι.

4. Ποια πιστεύετε ότι είναι η διαφορά μεταξύ ενός εργοστασιακού οργάνου κι ενός χειροποίητου;
Κ.Κ:
 Στην ερώτησή σας, μπαίνει ένα άλλο ερώτημα. Ποιο χειροποίητο; Τι εννοώ: Το εργοστασιακό κατασκευάζεται από πολύ καλά εκπαιδευμένους τεχνίτες που η συνεχής επανάληψη της ίδιας εργασίας τους κάνει ακόμα καλύτερους, έχει ελεγκτές παραγωγής σε κάθε βήμα της κατασκευής με αποτέλεσμα άριστο τελικό προϊόν υψηλών προδιαγραφών. Έχει κλιματολογικά ελεγχόμενους χώρους, έχει δικά του ξηραντήρια όπου τα ξύλα υφίστανται πολλαπλές διαδικασίες αφύγρανσης-ύγρανσης πριν περάσουν στο χώρο των εργαστηρίων και τέλος έχουν πρόσβαση στις καλύτερες παρτίδες ξυλείας του πλανήτη. Ας αφήσουμε στην άκρη τον διαρκώς εκσυγχρονιζόμενο εξοπλισμό. Όμως, έχει απρόσωπο τελικό προϊόν, κατασκευασμένο αποσπασματικά από διάφορους ανθρώπους που εφ’ όσον έχουν τηρηθεί οι άνωθεν δοσμένες προδιαγραφές απ’ τους σχεδιαστές, κανείς δεν ενδιαφέρεται για το πώς θα ηχήσει. Το μικρό μονοπρόσωπο εργαστήριο δεν μπορεί να συγκριθεί με την οργανωμένη βιομηχανική μονάδα με τίποτα, όσον αφορά τα προαναφερθέντα. Όμως ο καλός κατασκευαστής έχει την ελευθερία να αυτοσχεδιάσει, να αλλάξει κατά περίπτωση πράγματα στο σχεδιασμό, να ασχοληθεί διεξοδικά με το κάθε μέρος του οργάνου με σκοπό την καλύτερη ηχητική απόδοσή του και τελικά να παρουσιαστεί ένα μουσικό όργανο μεγάλης αισθητικής και ηχητικής αξίας. Το χειροποίητο όργανο λοιπόν είναι τόσο καλό , όσο καλός είναι ο κατασκευαστής του. Στην ερώτηση της σύγκρισης του εργοστασιακού με το χειροποίητο η απάντηση εξαρτάται από ποιο χειροποίητο θα βάλεις απέναντι στη σταθερότητα και επαναληψιμότητα και επωνυμία βέβαια του βιομηχανικού παραγωγικού οργάνου. Το τι θα επηρεάσει την επιλογή του πιθανού αποδέκτη μουσικού χρειάζεται εγκυκλοπαίδειες για να απαντηθεί.

5. Πως βλέπετε το ξύλο αλλά και το τελικό δημιούργημα;
Κ.Κ:
 Αρχικά σας ανέφερα τη σχέση άνθρωπος-ξύλο-όργανο-ήχος. Το ξύλο, δεύτερο στη σειρά της αλυσίδας, αποτελεί βασικό συστατικό για να υπάρξουν τα επόμενα δυο. Τα κατάλληλα για οργανοποιία ξύλα, τα tonewoods είναι πολύ συγκεκριμένα και σήμερα λόγω έλλειψης, οι κατασκευαστές στρέφονται και πειραματίζονται και με άλλα είδη. Το μικρό εργαστήριο έχει δύσκολη και περιστασιακή πρόσβαση σε καλή ξυλεία. Το να έχεις καλά ξύλα είναι πολύ σημαντικό για το τελικό αποτέλεσμα, δεν το καθορίζει όμως. Έρχεται ο πρώτος παράγων της αλυσίδας ο άνθρωπος, ο οποίος είτε θα έχει την ικανότητα να αξιοποιήσει και να «αρμέξει» το καλό υλικό η θα το καταστρέψει ολοσχερώς με την κακή τεχνική του. Θέλω να πω π.χ. δεν είμαι μάγειρας, τα καλύτερα και φρεσκότερα υλικά να μου φέρεις, φαί δεν θα σου φτιάξω, τόσο απλά.

6. Ποια είναι τα πιο παράξενα γούστα ορισμένων πελατών σας;
Κ.Κ: Σαν βαφέας όλα αυτά τα χρόνια έχω κάνει αρκετές (όχι πολλές) custom δουλειές σε ηλεκτρικές κιθάρες κυρίως. Από απλά stripes έως σημαίες του νότου, αστέρια σε διάφορα φόντα, τον Che, ονόματα ιδιοκτητών, frankestein του Van Halen και διάφορα άλλα. Ξεχωρίζω όμως δυο περιπτώσεις. Η πρώτη, είναι μια Kramer neckthrough που μου έδωσε ο Tony ο Κονταξάκης όταν έπαιζε με τη Βίσση. Υποτίθεται ότι θα έκαναν κάποιο show μαζί επί σκηνής και κάποιος είχε την ιδέα η κιθάρα να είχε το ίδιο μοτίβο με το γιλέκο της τραγουδίστριας το οποίο είχε χρυσοκεντημένα λαχούρια σε βαθύ μωβ φόντο. Έντυσα την κιθάρα με χρυσόφυλλα και ζωγράφισα το φόντο ώστε να φαίνονται από μέσα χρυσά τα λαχούρια. Δυστυχώς δεν έχω φωτογραφίες, ίσως έχει οTony, θα τον ρωτήσω. Για την ιστορία, χρόνια αργότερα την ξύσαμε και την βάψαμε κόκκινη transparent. H δεύτερη, είναι γύρω στο ’93 η ’94. Εμφανίζεται ένας τύπος με ένα κιθαρομπούζουκο (μπράτσο μπουζουκιού, σκάφος κιθάρας) κατασκευής Απαρτιαν, και λέει: Θα πάρω μέρος στο φεστιβάλ τραγουδιού στη Θεσσαλονίκη και θέλω το όργανο να βαφτεί άσπρο με την ελληνική σημαία εμπρός και πίσω και επίσης εμπρός να υπάρχει ο Παρθενώνας και πίσω ο Λευκός Πύργος, τη σύνθεση την αφήνω σε σένα. Ο τύπος σοβαρολογούσε, το έφτιαξα και λίγο πριν το φεστιβάλ είδα σ’ ένα μικρό κανάλι, το new chanell ένα video clip με τον τύπο να κρατάει το όργανο στο χέρι του και να χορεύει ντυμένος με κοστούμι ελληνική σημαία, και μου’ πεσε το σαγώνι. Ούτε τότε κράτησα φωτογραφίες ευτυχώς όμως το όργανο πρόσφατα εμφανίστηκε στο οργανοποιείο του Βάρλα για επισκευή και φωτογραφήθηκε. Επίσης τώρα που το θυμήθηκα έχω βάψει και το σφυροδρέπανο του Πανούση όταν το είχε κατασκευάσει ο Καγμακης.

7. Θα μπορούσατε να μου κατηγοριοποιήσετε τους πελάτες σας (αυτοί που πραγματικά νοιάζονται, τους φιγουρατζήδες κλπ)
Κ.Κ: Η λέξη φιγουρατζήδες που αναφέρετε δεν έχει σχέση με τους ανθρώπους που έρχονται στο εργαστήριο μου. Ίσως να υπάρχει σαν έννοια στην αρχή, όταν δηλαδή κάποιος πιτσιρικάς θέλει να μοιάσει σ’ ένα είδωλο και αγοράζει μια κιθάρα για να κάνει ας πούμε φιγούρα στα κορίτσια. Αν μείνει εκεί, γρήγορα θα τα παρατήσει, αν όμως αγκιστρωθεί, τα πράγματα σοβαρεύουν. Απ’ το εργαστήριο μου περνάνε όλες οι μουσικές «φυλές». Αυστηροί και ζόρικοι κατασκευαστές, σοβαροί κλασσικοί κιθαρίστες, ψαγμένοι παλαιοροκάδες, χεβυμεταλλάδες, καλά διαβασμένοι συλλέκτες οργάνων, μανιακοί των vintage, μπουζουκτσήδες που έχουν γυρίσει δυο και τρεις φορές τον πλανήτη, παραδοσιακοί-δημοτικοί μουσικοί και όποιος άλλος κρατάει κάτι που έχει χορδές. Θεωρώ πως το εργαστήρι μου είναι ένα σταυροδρόμι που συναντώνται και συνευρίσκονται μουσικοί και όργανα από τόσο διαφορετικές κουλτούρες. Πιστεύω ότι ένα απ’ τα καλά της δουλειάς μου είναι η επαφή με αυτούς τους ανθρώπους, πάντα τρελαίνομαι να ακούω τις ιστορίες τους, είμαι συλλέκτης τέτοιων ιστοριών παρασκηνίων. Γενικά είμαστε όλοι μεγάλα ψώνια (γέλια). Δεν παίρνω ποτέ στα σοβαρά τον εαυτό μου, υπηρετώ όμως με όση σοβαρότητα μπορώ να διαθέσω, τη δουλειά μου. Ένα πολύ δύσκολο κομμάτι της, ίσως δυσκολότερο ακόμα κι απ’ το εκτελεστικό, είναι η διαχείριση της σχέσης του πελάτη (ποτέ δεν μου άρεσε η λέξη) με το όργανο του. Κάποτε ο αείμνηστος Λάζαρος Τερζιβασιάν (ο γιος του Ζοζέφ) μου είπε: Κώστα μου, τα μουσικά όργανα είναι αντικείμενα που προκαλούν ψυχώσεις και εμείς που ασχολούμαστε με αυτά πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί για να προφυλαχθούμε. Το πόσο δίκιο είχε το διαπιστώνω καθημερινά. Όντως πρέπει να είσαι πολύ προσεκτικός όταν κάποιος σου δίνει ένα σανίδι (slab) σε κοιτάει στα μάτια και σου λέει: Θέλω το vintage yellow των ‘60s όπως φαίνεται σ’ αυτή τη φωτογραφία. Που είναι το δύσκολο σ’ αυτό; Ο τύπος έχει τη φωτογραφία κάτω από το μαξιλάρι του, τη βλέπει το πρωί που ξυπνάει, το βράδυ πριν κοιμηθεί και ίσως την κοιτάει στα κλεφτά κατά τη διάρκεια της δουλειάς του στο γραφείο, έτσι λοιπόν όταν συναντηθεί με το τελειωμένο όργανο το αποδέχεται η το απορρίπτει με την πρώτη ματιά. Δεν είναι λίγες οι φορές που έχω ξαναβάψει όργανο γιατί «μας έφυγε λίγο ο τόνος». Η αντίστοιχα σου φέρνουν μια Les Paul παρθένο ξύλο με ένα maple top 5A (εξαιρετικό) αγορασμένη από Αμερική κάποια σοβαρά χιλιάρικα «γιατί αυτά τα ξύλα είναι από τα ‘50s», σου δίνουν ένα βιβλίο που κάθε σελίδα του έχει ένα όργανο βαμμένο στο ίδιο χρώμα και σου λένε: Εγώ θέλω το χρώμα στη σελίδα 64 και «πρόσεχε τι νίτρο θα ρίξεις επάνω γιατί το όργανο σκοτώνει, μην πάθουμε καμιά ζημιά και μας κουρέψει τις μεσαίες». Αυτός που τα λέει αυτά ίσως να μην έχει μιλήσει ποιο σοβαρά στη ζωή του, νοιάζεται λοιπόν και με το παραπάνω κι εγώ μέχρι να το τελειώσω και να τον δω ευχαριστημένο, μπορεί να έχω χάσει και τον ύπνο μου. Αυτά όσο κι αν ακούγονται περίεργα, είναι πολύ σοβαρά πράγματα γιατί αντικατοπτρίζουν τη σχέση του ανθρώπου με το μουσικό όργανο, σχέση πολύ βαθύτερη απ’ τη σχέση με τη μουσική και καμιά φορά την ίδια τη σχέση με πρόσωπα. Σου γίνονται καθημερινότητα λοιπόν αυτές οι καταστάσεις και σιγά-σιγά ανακαλύπτεις ότι για να ικανοποιηθείς δεν σου φθάνουν τα χρήματα της όποιας αμοιβής έχεις συμφωνήσει, αλλά για να ολοκληρωθείς θέλεις την αποδοχή και την εκτίμηση ενός ευτυχισμένου «αρρώστου» πράγμα που δηλώνει ότι την ψύχωση δεν τη γλύτωσες ούτε εσύ. Μάλλον είμαστε επιβάτες του ίδιου λεωφορείου και καμιά φορά το τιμόνι το πιάνω κι εγώ (γέλια).

8. Πόσο χρόνο αφιερώνετε στις επισκευές;
Κ.Κ: Όσο χρειαστεί. Πάντα εξαρτάται απ’ την επισκευή. Αν πρόκειται για κοινά προβλήματα π.χ. σπασίματα μπράτσων, καπακιών, πλαινών κλπ. πράγματα που ας πούμε ανήκουν στο καθημερινό μενού, τότε δεν θα πάει μακριά ανάλογα βέβαια και με το φόρτο εργασίας. Αν όμως είναι περιπτώσεις «βαριές» δηλαδή αντικαταστάσεις μερών ολόκληρων η ολοκληρωτικά σπασμένα παλιά όργανα τότε δεν τα ακουμπάω μέχρι να αποφασίσω πως θα διαχειριστώ την κατάσταση. Γενικά ποτέ δεν «ορμάω» σε βαριές περιπτώσεις, αφήνω τα πράγματα να ωριμάσουν στο μυαλό μου και μετά καταστρώνω ένα σχέδιο επισκευής. Οι επισκευές είναι ιδιάζουσες περιπτώσεις, εννοώ ότι πολλές φορές παίζεις το κεφάλι σου. Πάντα λέω ότι το όργανο κινδυνεύει πραγματικά όταν πηγαίνει για επισκευή σε αμφιβόλου αξίας μάστορα. Έχω δει μεγάλες ζημιές, πολλές φορές ανεπανόρθωτες, ακόμα και κατεστραμένα πολύτιμα παλιά όργανα από τέτοιες κακές επεμβάσεις και φυσικά τους ιδιοκτήτες τους να κλαίνε. Πολλές φορές μου φέρνουν πράγματα που δεν είναι του πεδίου μου, δεν τα ακουμπάω και δεν ντρέπομαι να παραπέμψω τον άνθρωπο σε άλλο μάστορα που θεωρώ καταλληλότερο. Πιστεύω πως πάνω απ’ όλα είναι η ασφάλεια του οργάνου θέλω να πω δεν έχεις δικαίωμα να κάνεις ζημιά στο όργανο κάποιου, είναι αντιεπαγγελματικό και βάσει όσων σας είπα παραπάνω , στο τέλος θα σε μισήσουν, θα σε δυσφημίσουν και θα έχει πολύ κακό αντίκτυπο στην εξέλιξή σου.

9. Πόσο δύσκολη είναι η κατασκευή ενός οργάνου;
Κ.Κ: Η ερώτηση για να απαντηθεί χρειάζεται πολλές σελίδες. Προτιμώ να σας απαντήσω λακωνικά. Η κατασκευή ενός οργάνου είναι εύκολη, αντίθετα η οργανοποιία είναι εξαιρετικά δύσκολη.

M.K.Ευχαριστώ πολύ.
Κ.Κ. Η χαρά ήταν όλη δική μου

Aπό το http://rhythmichorizons.blogspot.com
Της Μαρίας Καστανή